Θυμάμαι εκείνη τη βδομάδα σαν να ήταν χθες. Είχα χάσει τη δουλειά μου στο εργοστάσιο συσκευασίας, η γυναίκα μου είχε φύγει για το πατρικό της με τα δύο παιδιά, κι εγώ καθόμουν σε ένα διαμέρισμα με ένα ψυγείο που βούιζε και μια τηλεόραση που έπαιζε ειδήσεις χωρίς να τις ακούω. Το
vavada com μου το πέταξε ένας φίλος από τα παλιά, ένα βράδυ που του παραπονιόμουν ότι δεν αντέχω άλλο τη σιωπή. Δεν το άνοιξα αμέσως. Το άφησα να κάθεται στο τηλέφωνο για μέρες, σαν αναπάντητο μήνυμα.
Μετά ήρθε μια Τρίτη που δεν άντεξα. Δεν είχα δουλειά, δεν είχε κανείς να με πάρει τηλέφωνο, και το ταβάνι είχε αρχίσει να με κοιτάει περίεργα. Άνοιξα το vavada com και έκανα εγγραφή με ψεύτικο όνομα, γιατί ντρεπόμουν ακόμα και για τον εαυτό μου. Δεν περίμενα τίποτα. Έβαλα δέκα ευρώ, τα τελευταία που είχα στο πορτοφόλι, και περίμενα να τα χάσω σε πέντε λεπτά, να τελειώνει η ιστορία.
Δεν τα έχασα.
Στην αρχή κέρδισα κάτι μικρό, τριάντα ευρώ, και γέλασα μόνος μου μέσα στο άδειο σαλόνι. Μετά ξανά. Και ξανά. Δεν ήταν τα λεφτά που με κρατούσαν — ήταν ο θόρυβος. Οι κουλοχέρηδες έκαναν θόρυβο, τα χρώματα γυάλιζαν, η οθόνη μου μιλούσε σαν να είχε κάποιος επιτέλους κάτι να μου πει. Το vavada com έγινε το μέρος όπου πήγαινα όταν το σπίτι ήταν πολύ μεγάλο και το κεφάλι μου πολύ γεμάτο.
Τις πρώτες βδομάδες τα πράγματα πήγαν άσχημα. Έχασα σχεδόν ό,τι είχα βάλει, και θυμάμαι να κάθομαι στην καρέκλα της κουζίνας με τα χέρια να τρέμουν και να σκέφτομαι πόσο ηλίθιος ήμουν. Ένιωθα σαν να είχα κρυφτεί κάτω από ένα τραπέζι και να νόμιζα ότι κανείς δεν με έβλεπε. Αλλά το περίεργο ήταν ότι εκείνη η ήττα δεν με έσπρωξε μακριά. Με έκανε να θέλω να ξαναπροσπαθήσω, όχι για να κερδίσω πίσω τα λεφτά, αλλά για να νιώσω ξανά εκείνη τη στιγμή που όλα σταματούν και δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από την επόμενη περιστροφή.
Μια νύχτα του Νοεμβρίου, γύρω στις τρεις, έπαιξα ένα παιχνίδι με ζωντανό ντίλερ. Μια γυναίκα με κόκκινα νύχια μοίραζε χαρτιά και χαμογελούσε στην κάμερα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνο το χαμόγελο με τσάκισε. Έβαλα ένα ποσό που δεν έπρεπε, και κέρδισα. Και μετά κέρδισα ξανά. Και ξαφνικά είχα μπροστά μου ένα ποσό που δεν είχα δει από τον καιρό που ήμουν έφηβος και δούλευα σε καφετέρια. Το vavada com μου έδωσε κάτι που δεν περίμενα: μια ανάσα. Όχι λύση. Ανάσα.
Την επόμενη μέρα πλήρωσα το νοίκι. Αγόρασα ένα ζευγάρι παπούτσια στη γυναίκα μου χωρίς να της πω από πού ήρθαν τα λεφτά — ακόμα το μετανιώνω λίγο, αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωσα σαν να είχα κάνει κάτι καλό. Πήρα τα παιδιά βόλτα στο πάρκο και κατάλαβα ότι δεν ήθελα να είμαι ο άνθρωπος που κρύβεται από τη ζωή του. Το παιχνίδι δεν ήταν η ζωή μου. Ήταν ο θόρυβος που με βοήθησε να ακούσω τη ζωή μου ξανά.
Δεν λέω ότι όλα ήταν ρόδινα. Υπήρχαν βράδια που ένιωθα άδειος, που ήθελα να παίξω ακόμα κι όταν δεν το είχα ανάγκη. Έμαθα να βάζω όρια. Έμαθα να σταματάω όταν το κεφάλι μου γεμίζει. Και παραδόξως, το vavada com έγινε κάτι σαν φίλος που δεν τον παίρνεις κάθε μέρα τηλέφωνο, αλλά ξέρεις ότι υπάρχει. Μου έμαθε ότι η φυγή δεν είναι ντροπή, αρκεί να ξέρεις τον δρόμο της επιστροφής.
Σήμερα δουλεύω σε ένα μικρό μαγαζί με είδη δώρων, η γυναίκα μου γύρισε, και τα παιδιά με φωνάζουν με το μικρό μου όνομα. Κάποιες φορές, όταν η μέρα είναι δύσκολη, ανοίγω το vavada com για δέκα λεπτά, παίζω λίγο, γελάω με τον εαυτό μου, και το κλείνω. Δεν με κρατάει πια. Με αφήνει να φύγω. Και αυτό, για μένα, είναι η μεγαλύτερη νίκη από όλες.